Κορίτσι ανεβαίνει άδειο δρόμο χωρίς να στρίψει πουθενά, συναντά φρουλαιτ αναψυκτικό σφηνωμένο σε ρόλο ασφαλείας μαγαζιού. Σκέφτεται πως δεν την παίρνει να ασχοληθεί παραπάνω με τα ρολά και το αφήνει στην τύχη του. Σκέφτεται όπως πάντα στο φανάρι πως σκοτώνεται από διερχόμενο αμάξι ατος σε σχήμα κουβά, πως σκοτώνεται καθόλου κομψά και διακριτικά πως σκοτώνεται μια και εξω, το χει σχεδιάσει πολλές φορές όπως όλα τα σχεδιάζουμε και τα καθυστερούμς μεχρι να μην μπορούμε αλλιώς . Περνάει το φανάρι αβλαβής. Σκέφτεται χέρια, σκέφτεται ότι τα μπουφανακια της του αρέσουν σκέφτεται πως δεν μπορεί να αρθρώσει ούτε μια λέξη ούτε μια τόσο δα μικρή λεξουλα από το στοματικό της , μπαίνει στο ασανσέρ κοιτοεται στον καθρέφτη, ανεβαίνει μόνη στον Σταυρό και σκέφτεται εκείνα τα χέρια να την καταδικάζουν ευχαρίστως ξανά και ξανά με καρφιά όπου χρειάζεται. Σκέφτεται να ήταν αντικείμενο όπως ποτήρι και φιλτρακι και χαρτάκι , σκέφτεται πως θέλει να φιλήσει και να αγκαλιάσει κάθε σπιθαμή αυτού που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής πως θέλει να το ράψει πάνω της με παχιά βελόνα να καταπιεί τον ήχο της φωνής και τον την κίνηση της γλώσσας πάνω στα δόντια όταν παράγουν το όνομα της, θέλει να λήξει για πάντα ο κόσμος εδώ να κάνει μια στροφή ο κόσμος βουτηγμένη στον νταλκα και μετά να τελειώσουν όλα μια και καλή. Σκέφτεται εδώ και ώρα μια μόνο φράση και εύχεται να μη της φύγει κατά λάθος απτά χείλη να μη της φύγουν οι λέξεις αυτές οι πάρε το γαμημενο το ρίσκο λέξεις να μείνουν μέσα κάτω και αριστερα. Γιατί η κοπέλα σκέφτεται πως δεν μπορεί να κουβαλήσει δύο χέρια που οδηγούν ξένο τιμόνι που ονειρεύεται να την σκοτώνει

Όπως γυρνούσα συνάντησα ένα αμάξι

κι έναν σκύλο.

Δύο δρόμους πριν το σπίτι σκονταψα ανεβαίνοντας στο πεζοδρόμιο.

Εσύ όλο το καλοκαίρι μακριά

εμείς εδώ κρατούσαμε

ο ένας το χέρι του άλλου

πριν τον ύπνο.

Ήθελα κάποιος να είχε σηκώσει

το τηλέφωνο για να κλάψω.

Δεν το σήκωσε κάνεις.

Με ρουφηξε ο καναπές

κι η ελιά στο δεξί σου πόδι

ή ίσως στο αριστερό.

Δεν θα το μάθουμε.

Ασύνηθες.

ξύπνια εγώ μόνο. κοιτάζω εδώ και ώρα, ερευνητικά, το φωτιστικό οροφής πάνω απο το κρεβάτι του. πολύχρωμο κι αισιόδοξο ξεγελάει για σπηλιά νυχτερίδας. η νυχτερίδα δεν έχει ξεπροβάλει ακόμη και ανησυχώ. κρύβεται μήπως; το κάνει αυτό καμιά φορά και μου σφάζει την καρδιά με την ξαφνική της εμφάνιση σε χρόνο ανύποπτο. μπορεί να κρύβεται καλά καλά πάλι, έτσι που να νομίσω οτι έχει φύγει. να βγεί έπειτα, λες και επίτηδες, να κάνει είσοδο, με όλους τους προβολείς επάνω της, με τα βελούδινα μαύρα της φτερά, για να μου ανακοινώσει πως πάλι στη προχειράτζα τη βγάλαμε, τσαπατσούλικα και χλιαρά. και έτσι θέλω να ‘μαι έτοιμη για κείνη, έτοιμη να της ξινίσω τα μούτρα και να της πω πως καθόλου δεν με νοιάζει, να της πω γούστο μου καπέλο μου, κοπελιά, τη δουλειά σου εσύ. περιμένω ξαπλωμένη. το φως του δωματίου είναι τόσο χρυσαφένιο και γλυκό που δεν πιστεύω πως θα μπορούσε να του κρυφτεί. δεν θέλω να κοιτάξω ρολόι, μη τυχόν και το φως το σκάσει με μιάς απο το κάδρο, μη τυχόν και μπουκάρει ο χρόνος επιθετικός. Το φως γνέφει δύση. το μπουκέτο με τα λουλούδια είναι απο το βράδυ πάνω στη συρταριέρα. ανησυχώ μη μαραθούν. να σηκωθώ να τα βάλω στο νερό; κι αν γυρνώντας βρω εκείνη να πετά χαμηλά, στη θέση μου, δίπλα απο το κεφάλι του, δεν θα το αντέξω. δεν θα εγκαταλείψω, λοιπόν, τη λακκούβα που έσκαβα όλο το βράδυ μπας και φτιάξω μια θέση πλάι του. περιμένω. φαντάζομαι τη γεύση που μπορεί να έχει ο καφές που φτιάχνει τα πρωινά και φαντάζομαι, έτσι όπως παρατηρώ τα χείλη του, το σχήμα που θα παίρνουν αγγίζοντας την κούπα στη πρώτη γουλιά. αναρωτιέμαι αν εχει ποτέ πέσει μέσα στον καφέ του κάποια τρίχα απο τα φρύδια του, έτσι όπως τρίβει το πρόσωπό του, ή μήπως κάποια βλεφαρίδα απο τα ματάκια του. υπέροχος, όπως όλα αυτή τη μέρα, κοιμησμένος. σπινθυρίζω, βγάζω φλόγες, λέω στην άλλη πως δεν τη τρέμω πια, έχω τα βλέφαρά του. και την ανάσα του στο μάγουλό μου και είναι ατάραχη και ζεστή και με καθηλώνει όπως ο τρόμος, αλλά απο την άλλη μπάντα, την δική μου. και δεν τη φοβάμαι, πετάω το πάπλωμα και στέκομαι στα πόδια μου. και πάω να του φτιάξω τα λουλούδια του και είμαι γενναία και αφήνω πίσω τη μεριά μου ζεστή, υποτονική ίσως, και εκτεθειμένη, μα δική μου σίγουρα. και εισέρχομαι στο σκοτεινό και ψυχρό χώρο της κουζίνας, πατινάροντας στα παγωμένα πλακάκια. πρέπει να τεντωθώ, να φτάσω για τη βρύση και για το βάζο, να κάνω όσο πιο γρηγορα μπορώ. μα παρά την αξιόλογη βιασύνη μου, ανακαλύπτω, επιστρέφοντας, με καταϊδρωμένες παλάμες, πως πια το δωμάτιο έχει στο σκοτάδι βυθιστεί και μου κόβονται τα πόδια με τη σκέψη πως αυτή είναι, όπως πάντα, αλάνθαστη και στρογγυλοκάθεται κάπου εκεί στα άδεια σεντονάκια αντι εμού. και τότε ο πεντάμορφος πατάει τον διακόπτη και το φωτιστικό πάνω απο το κρεβάτι του αστραποβολά, κάνει εναν ήχο σαν χειροβομβίδα που της βγάλαν την περονη, και πάει η νυχτερίδα μας, εξαϋλώνεται στην ηλεκτρική ενέργεια. και καθώς αυτός, ως άλλη πηγή φωτός, φυσική, τρίβει τα μάτια του και με προσκαλεί για μια κούπα καφέ, δεκάρα δεν δίνω που δεν είναι πρωινός όπως τον ονειρευόμουν, αλλά απογευματινός, και πριν την αποχώρηση απο το δωμάτιο, ψάχνω εγω τώρα την νυχτερίδα, μήπως και δώσει σαφή σοφή απάντηση και μάθω:

αγαπηθήκαμε αλήθεια αυτή τη φορά ;

*Απάντηση στο κείμενο της Παυλίνας Μάρβιν Το σύνηθες, εκδ. Κίχλη.

Μεγάλη η Χάρη της.

Άνοιξες την ντουλάπα να βάλεις τα πλυμένα,

πετάχτηκαν από μέσα σχέδια παρδαλά

και χρώματα αναρίθμητα

λύσαξα:

Όχι ρε πούστη, να τον ερωτευτώ για την γκαρνταρόμπα του.

2. Κλείσανε οι κάβες.

Αυτό που ‘χαμε για πιο κοντινό στις κάβλες

ξεδιάντροπα κατέβασε ρολά.

3. Μου γεμίζει το ποτήρι.

Το κατεβάζω μονοκοπανιά.

Με ρωτάει πως μου φαίνονται οι μουσικές του επιλογές.

«Είσαι ο καλύτερος», του λέω ,

και δεν έχω ακούσει ούτε ένα κομμάτι τόση ώρα.

Σωστή με το στανιό.

4. «Απαγορεύονται τα πανηγύρια»,

ανακοίνωσαν στα δελτία

κι εκατοντάδες προβατίνες βέλαξαν από ανακούφιση.

5. Από διακριτικότητα

το καλύτερο που μπόρεσα

ήταν να κοιμάμαι στα πόδια σου.

6. «Τελικά νομίζω πως τα χύσια και τα σάλια δεν διαφέρουν πολύ.» ,

σκέφτηκα να σου πω, όπως άνοιγες τα παντζούρια βιαστικός,

αλλά αντί γι’αυτό έσκυψα να πιάσω κάτω απ’το κρεβάτι

το πεταμένο απ’τα χτες εσώρουχο.

7. Κλάμα απ’το πρωί

κι ακόμη τόσο σ’αγαπώ που κρεμάω χαρτάκι

“Caution wet floor”

να μην γλυστρήσεις.

8. Η γλώσσα σου λες κι είναι βουτηγμένη απόψε στα ποτά που πίνω.

9. Φεύγοντας ξέχασα να σε ρωτήσω το κουδούνι σου

και μ ‘έπιασε τέτοια απελπισία

που άμα θα μου ‘ρθει δεν θα ξέρω

να σου χτυπήσω.

10. Μου φάνηκε κάπως γυναικείο

το κορμάκι σου

όπως το κοίταζα

καλά – καλά,

είναι και της Παναγιάς απόψε,

μεγάλη η χάρη της.

11. Το ‘να μάγουλο μου

το ‘γλειφε ο τοίχος

τ’ άλλο εσύ,

θεϊκός που ‘ναι ο θάνατος στις συμπληγάδες.

κοιλίτσα.

Processed with VSCO with c1 preset

Κουβαλάω τον στίφτη σαν παιδί ,από τη μια άκρη του μπάρ στην άλλη. Σαν παιδί το κουβαλάω, αγκαλιά, τον κρατάω κόντρα στο στήθος μου, ακουμπάω πάνω του το μάγουλό μου και τρέχουν ένα ή δύο δάκρυα πάνω στην φρεσκοκαθαρισμένη, μαύρη γυαλιστερή επιφάνειά του. Από πίσω παίζει Ντόρις Ντέυ και τα χέρια μου τσούζουν σε έναν σημαντικό βαθμό, αφού έχω στίψει κι έχω λιώσει εννιά λάιμ και τρία λεμόνια, κι έχω κάνει κάθε πληγή στα χέρια μου να μου ουρλιάξει με όλη της τη δύναμη μαλακισμένη σταμάτα.

Έχω μείνει τόση ώρα με τον στίφτη στα χέρια και δεν θέλω να τον βάλω στη θέση του, δεν μου πάει καθόλου να τον αφήσω από την αγκαλιά μου, θέλω να μείνω έτσι λιγάκι ακόμη. Θέλω να κρατήσω κάτι πολύ σφιχτά και να μη το αφήσω καθόλου, να το σφίξω πολύ δυνατά με τα χέρια μου, μέχρι να πονέσουν ή μέχρι να το λιώσουν.

Απομένουν άλλες εφτά περίπου ώρες εργασίας, αν είμαι τυχερή, και μετά άλλη μια νύχτα αύριο, άλλο ένα μεροκάματο, κι ύστερα ρεπό. Άλλες εφτά περίπου ώρες κι άλλες οχτώ αύριο, και μετά καμία υποχρέωση δεν με αναγκάζει να μη σχίσω το στομάχι μου στη μέση. Αύριο, μετά το σχόλασμα, κάνω την τομή, στα μαλακά μέρη της πεταχτής κοιλίτσας μου, και ξεχύνεται από μέσα μου το όλο πράγμα, με τις υγειές μου, ξεχύνεται η τσιρίδα που σπρώχνω και ξανασπρώχνω κάτω με σάλια όλη μέρα, ξεχύνεται το σπάραγμα που καταπίνω να μη το φτύσω καταλάθος στο ποτήρι του πελάτη° ξεχύνεται αυτό το αντίο που δεν μπορώ να χωνέψω, που συνοδεύεται από το δραματικό πού φεύγεις και πας, από το τραγούδι ηλιοβασιλέματα κι από την παρατήρηση πως μείναμε περισσότεροι κακοί τώρα, πως τώρα μένω ξανά με τους κακούς και τι μαλακίες είναι αυτές, ρε μαλάκα, ρε πούστη, δεν το πιστεύω ρε μαλάκα.

Άλλες εφτά ώρες και άλλες τόσες αύριο.

Αν είμαι τυχερή ίσως λιγότερες.

Να αφήσω κάτω τον στίφτη,

να τεντώσω λιγάκι τα πόδια που ‘χουν πρηστεί και στριμώχνονται στα λουράκια των παπουτσιών,

να σφίξω τα μάτια, να τα φυσήξω να στεγνώσουν κάπως, να κατέβω κάτω να πλυθώ και να πάω τις μπύρες, τις μπύρες, τις μπύρες.

Αύριο έχει χειρουργείο και κοστίζει ακριβά.

Δεν μας παίρνει να χάσουμε το μεροκάματο.

Χωρίς μπάνια

Singapore sling / N.N

1. Το πιο δύσκολο

είναι να επισκέπτεσαι.

2. Έγραψε η παλιά μου συμμαθήτρια για τον άντρα της: «Λόγε μου κι αιτία μου να ζω, έρωτα μου» , κι ας γέλασα κάπου τη ζήλεψα.

3. Όταν επιστρέφεις

ο Θάνατος

φτύνει τον κόρφο του.

4. Θεέ μου δεν μπορώ άλλο

αυτό το άρωμα του,

θα τα βγάλω όλα απ’τη μύτη.

5. – κρίμα που δεν μπορούμε να πάμε μια εκδρομή.

– κρίμα είναι μια ζωή χωρίς θεότητες της επιλογής μας.

6. Τα φρύδια του είχαν σουφρώσει τόσο πολύ που έφευγα,

ευχαριστημένα κάναν χειραψία.

7. Δεν χάνω ποτέ την ευκαιρία

να μαι θλιμμένη σε μια όμορφη μέρα

8. Είχα αποφασίσει να σε βρίσω και να φύγω από την άλλη

γι’αυτό φόρεσα ξώπλατο

να με θυμάσαι για την πλάτη μου.

9. Όταν σ’ αγκαλιάζω,

κοιτάζω κάτω τα δάχτυλα των ποδιών μου

και μου φαίνονται λιγότερο στραβά.

10. Βάρυνε το στομάχι μου

και το τέλος της ιστορίας

ακόμη δεν το χω φάει.

11. Προτιμώ να μη μιλήσουμε

και για πάντα να φαντάζομαι

τον ήχο της φωνής σου,

εκ του ασφαλούς.

Όταν είσαι ερωτευμένος, δεν σε πετυχαίνω στη λαϊκή Σάββατο μεσημέρι, αγουροξυπνημένο ανάμεσα στον κόσμο να μου κόβεις τα γόνατα. Εχεις ξενυχτήσει με φιλιά κι αγκαλιές και δεν τα θυσιάζεις για τη μαγειρική της εβδομάδας. Κατεβαίνω την Τρικούπη και δεν ανησυχώ μήπως σε πετύχω. Περπατάω κοιτώντας κάτω, δεν υπάρχει φόβος να γλυστρήσεις μπροστά απ’τα μάτια μου και να σε προσπεράσω χωρίς να καταλάβω. Κατεβαίνω κι οι δρόμοι είναι δρόμοι δικοί μου κι όχι δικοί σου. Τους έγραψες στ’όνομά μου κι υπέγραψες την απαραίτητη χαρτούρα. Να μπορεί το κορίτσι να περπατά ήσυχο, να μη τρυπήσει το στομάχι του καμία αναπάντεχη αναστάτωση.

Όταν είσαι ερωτευμένος, ξεχνάς το στέκι σου. Κι αυτό μου το παραχώρησες κι έγινε κι αυτό δικό μου. Πηγαίνω και πιάνω τη θέση σου στην μπάρα. Κάποιος πρέπει να σ’αντικαταστήσει, να μιμηθεί τον τρόπο που πίνεις το ποτό σου, να στρίψει το τσιγάρο σου, να τρίψει τα μάτια του όπως εσύ, όταν χασμουριέσαι. Να ζητήσει λίγο νεράκι ακόμη, να πει ευχαριστώπολύκαλόβράδυ και ν’αφήσει ένα και πενήντα λεπτά μπουρμπουαρ για την ξανθιά κοπέλα μπροστά απ’τα ποτά. Προσπαθώ να υψώσω το ποτήρι μου με τον ευγενικό τρόπο που το έκανες, πριν το φέρεις στο στόμα σου, να κρατήσω τα τελευταία δαχτυλάκια μου ελαφρώς πιο υψωμένα απ’τα υπόλοιπα, ώστε πράγματι να εύχονται υγεία και χαρές στους διπλανούς σου. Δεν κοιτάζω πια την πόρτα και δεν σε περιμένω, ανοιγοκλείνει όπως πάντα, ίσως μόνο τρίζει λίγο παραπάνω για δραματικούς κυρίως λόγους.

Όταν είσαι ερωτευμένος,η πόλη σε υποδέχεται σαν επισκέπτη. Εσύ δεν μένεις πια εδώ. Τώρα κάνεις τουρισμό, ταξιδεύεσαι μαγεμένος στα στενά και στις λεωφόρους κι είναι για σένα όλα νέα και έχουν ένα άρωμα που δεν είχες μυρίσει προηγουμένως κι έχουν μια απόχρωση φωτός που το γυμνό σου μάτι δεν μπορούσε μέχρι τώρα να διακρίνει. Εχεις κερδίσει το φίλτρο του επισκέπτη κι όλα σε περιμένουν να τα ανακαλύψεις απ’την αρχή, όλα φτιάχτηκαν για να τα καταπίνεις λαίμαργα και ανυπόμονα, όλα φτιάχτηκαν για να τα μοιραστείς. Κερδίζεις νέα σπίτια πιο ευάερα κι ευήλια. Νέα υγρά ξεδιψούν τη δίψα σου, νέες λέξεις αρθρώνονται στο στόμα σου, η γλώσσα σου μπορεί πια να μιλήσει απ’ όλα τα στόματα του κόσμου. Όλα τα στόματα της ανθρωπότητας σου ανήκουν, όλες οι κοιλιές, όλες οι πλάτες, όλες οι καρδιές. Όλοι οι άλλοι είναι απλά μια εκδοχή σου, τους νιώθεις όλους σαν κύτταρα δικά σου, τους αισθάνεσαι, τους καταλαβαίνεις. Όλοι είμαστε εσύ και μας συγχωρείς και μας αγαπάς και μας φιλάς στο μέτωπο. Είμαστε εσύ, ξυπνάμε το πρωί, χασμουριόμαστε, κάνουμε εμετό πλένουμε τα δόντια μας. Ανεβαίνουμε τον δρόμο για το σπίτι μηχανικά, δεν κόβουμε δρόμο, δεν αλλάζουμε διαδρομη, αυτά είναι για ‘σενα. Κοιμόμαστε, ξεχνάμε ποιον έχουμε δίπλα, ξυπνάμε το πρωί με το άρωμά του, κάνουμε εμετό, πλένουμε τα δόντια μας, φτιάχνουμε καφέ, δεν μιλάμε πολύ, αυτά είναι για ‘σενα, λέμε ένα γειάταξαναλέμε , γιατί έτσι μας μάθανε, κι από την αρχή.

όταν είσαι ερωτευμένος χαιρόμαστε που δεν είσαι με εμάς.

Πάμε, ορχήστρα.

Στις 23:00 κάθε νυχτός, το τερατώδες συντριβάνι της πλατείας Ομονοίας υπερχειλίζει.
Μετατρέπει τα γειτονικά Εξάρχεια σε ζώνες τούνδρας φρεσκοποτισμένης, δροσίζοντας τους διψασμένους λειχήνες κάτω από τις πατούσες μας, που σέρνονται ολημερίς σε καυτά τροπικά πεζοδρόμια αμφιβόλου σταθερότητος.
Πολλοί είναι εκείνοι που δεν αρέσκονται στο μούλιασμα των άκρων τους και αποφεύγουν το νερό , σαν λάβα τρομερή, σκαρφαλωνοντας σε κολωνάκια και παρκαρισμένα αυτοκίνητα, μέχρι να τραβήξουν οι εργαζόμενοι του δήμου, επιτέλους, την τάπα κι όλο το νερό να εξαφανιστεί στη μαύρη αυτή τρύπα που καταλήγει ένας Θεός ξέρει που.
Εμείς οι υπόλοιποι απολαμβάνουμε το πλατσούρισμα καθήμενοι σε χαμηλά τραπεζάκια γεμάτα μεζέδες και διάφανα υγρά, πιτσιλώντας τους διπλανούς μας και πίνοντας στην υγεια του τελωνίου της ανάβλυσης, που προικισμένο με εξτραβαγκάντ ποσότητες χιούμορ μας χαρίζει αυτά τα ονειρικά παραλληρήματα του πρώτου μήνα τουτουνου του αναρχοαυτόνομου καλοκαιριού.

δεν γράφω ποίηση.

tumblr_m2pd4tA3ey1r3ctnno1_500

 

1.  Έχω χάσει το αγαπημένο μου στυλό

κλαίω απ’το πρωί

το στυλό εμφανίζεται

γράφει πάνω μου

πάλι καλά που ακόμα δεν σε ξέρω.

 

2.   Απόψε στο σαλόνι

έχω   χορέψει   εφτά    ζεϊμπέκικα

σκοντάφτω       πέφτω κάτω

σκύβω     με αγκαλιάζω

με φιλάω     στο στόμα

παίζω   όλους   τους  ρόλους

στο  έργο       κυλάω  μόνη.

 

3.    Λες κι έχουμε κάνει ποτέ

ταξιδάκι αναψυχής

χωρίς κρυμμένο τραύμα.

 

4.    Όταν η παράσταση έκανε δέκα λεπτά διάλειμμα

εγώ πήγα από κει

εσυ πήγες από δω

τίποτα αξιόλογο μάλλον

το σκηνικό ήταν φτωχό

κι εγώ σπαραζω και πονώ.

 

5.    Το καλοκαίρι χωρίζουν οι άνθρωποι

βρίσκονται πάλι τον Σεπτέμβρη

ρωτάς αδιάφορα

πώς πέρασα τις διακοπές μου

τον άλλο μου εαυτό ξέρεις πως

δεν τον βρήκα

και να μας λείπουν

οι δύσκολες ερωτήσεις.

 

6.   Θέλησα απόψε απλά να σου πω

τα βράδια

δεν φοβάμαι πια να περπατάω μόνη

η πόλη είναι άδεια

κι ήρθε ο καιρός να μάθω

ποιοι   δεν μ’αγαπούν.

 

7.      Κάτω απ’το μαξιλάρι είναι ένα βαθύ πηγάδι που μέσα κατοικούν οι ψυχές που σ’αγαπούν.

 

εδώ να συμπληρώσω μόνο πως έχει πλάκα που τόσα χρόνια δεν ήξερα πως αναφέρεται στο δικό σου.

 

8.     Δεν φτάνει που δεν θα περπατήσω πάλι πλάι σου;

χρειάζεται να γράψω και κάτι ακόμη;

 

9.    Να κοιμηθώ στο πάτωμα

να κλείσω και τα μάτια

γιατί υπάρχουν κι άτομα

 

και  το αφήνω εκεί

η συνέχεια μου φαίνεται περιττή.

 

10.   Μονάχη μου παντρεύτηκα

σε βρήκα

σ’ερωτεύτηκα

κι αν ρεζιλεύτηκα

οι φίλοι μ’αγαπούν

και κάνουν πως δεν ξέρουν.

 

11.     Έκλεισες την πόρτα

και  απο μέσα μου  ακούστηκε

όταν είσαι μαζί μου δεν υπάρχουν σχολεία

φαίνεται απίστευτο

 

μα λίγο έκλαψα.

 

12.    Ο κόσμος είναι περιφραγμένος

φώναξε κάποιος

και κουράστηκα αχ πόσο

τρέχοντας για να γλιτώσω.

 

Απόψε φεύγω σ’αποφεύγω.

tumblr_orip1uyNju1w2riqno1_640

 

Ανδριανή Παπανδρέου ετών 22. Κάθεται στο μπαλκόνι, στον έκτο όροφο μιας πολυκατοικίας της Κουμουνδούρου, και κοιτάζει την Ακρόπολη στο βάθος. Σκέφτεται πως οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σε αυτούς που ζουν για τον εαυτό τους και σε αυτούς που πεθαίνουν για τους άλλους. Σκέφτεται πως αυτό είναι πολύ ρηχό. Είναι, μάλλον,  πολύ ρηχό να χωρίζεις όλη την ανθρωπότητα σε δύο κατηγορίες. Είναι λοιπόν ρηχή. Ψιθυρίζει συνέχεια τον ίδιο στίχο απόψε φεύγω σ’αποφεύγω. Κοιτάζει τον Παρθενώνα εδώ και μια ώρα. Θα προτιμούσε να βρίσκεται εκεί πάνω. Αν ήταν εκεί πάνω θα ονειρευόταν πως όλοι είναι μικροσκοπικοι και πως όλοι της κρύβονται κάπου εκεί κάτω. Θα κοιτούσε την Αθήνα και θα έψαχνε να τους βρει.  Άμα προσπαθούσε αρκετά θα τους έβρισκε όλους έναν έναν. Δεν θα της ξέφευγε κανείς. Αν προσπαθούσε αρκετά θα μπορούσε να ακούσει το γέλιο τους. Θα έβλεπε τα αστραφτερά τους δόντια. Αν τεντωνόταν αρκετα θα έφτανε να φιλήσει τα χέρια τους. Να χαϊδέψει το κεφάλι τους. Της έρχεται να τρέξει στη λεκάνη και να τα βγάλει όλα. Δυο ώρες τώρα κοιτάζει την Ακρόπολη και δεν μπορεί να κλάψει. Ετών 22 κοιτάζει τον Παρθενώνα και είναι πολύ μικρή για να βγάζει συμπεράσματα για τους ανθρώπους. Για να τους χωρίζει σε κατηγορίες. Σκέφτεται πως όλοι γράφουν για να πουν κάτι που ξέρουν και αυτή γραφει επειδή δεν ξερει τίποτα. Σκουπίζει το αντηλιακό από το πρόσωπο της γιατί την τρώει. Θέλει να βγάλει το δέρμα της να φύγει η φαγούρα από το πρόσωπό της. Ίσως άμα βάλει τα γυαλιά τα καταφέρει και κλάψει, στις ταινίες παντα κλαίνε κάτω από τα μαύρα γυαλιά. Ίσως έτσι να κλάψει. Απόψε φεύγω σ’αποφεύγω . Όσο μεγαλώνει γίνεται η μάνα της. Την μιμείται. Την φωνή της και τις λέξεις της. Βγαίνει μπροστά λέει: Είμαστε όλοι πρώτα απ’όλα μόνοι.

Ανδριανή Παπανδρέου ετών 22. Πιστεύει πως οι άνθρωποι ειναι μέσα της ζωτικά όργανα ή άκρα.Όταν κάποιος φεύγει χάνει ένα πνευμονι, ένα χέρι ή ένα πόδι. Μένει ανάπηρη, δεν ξέρει την γλώσσα της. Αν ήταν λίγο περισσότερο ευλύγιστη θα περπατούσε με ένα χέρι κι ένα πόδι. Θα φτάνανε. Θα μαγείρευε με το στόμα, θα χάιδευε με τα μάτια, θα γραφε με τα αυτιά. Ετών 22 και δεν θα ‘πρεπε να κοιτάζει την Ακρόπολη. Θα ‘πρεπε να χορεύει, να γλύφει τα δάχτυλα κάποιου αγοριού, να του δαγκώνει τα αυτιά του. Αλλά οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, σε δυο πλανητες αντικρυστους και δεν βγάζει άκρη. Ετών 22 και μπορεί να σου εξηγήσει την λέξη μόνη. Χωρίς να κλάψει. Χωρίς καν να βουρκωσει. Σου δείχνει τα μάρμαρα και σου λέει μόνη. Κουνάει τα χείλη, σου λέει μόνη μόνη. Θέλει ν’ανοιξουν τα σκυλάδικα και να τα περάσει όλα σ’ένα βράδυ. Ν’ανοίξουν τα κινέζικα και να τ’αδειάσει ολα σε μια μέρα. Περιμένει ν’ανάψουν τα φώτα του Παρθενώνα. Να πάει μέχρι την άκρη του μπαλκονιού να φωνάξει μόνη, γαμω τον Χριστό μου, μόνη. Να απλώσει το χέρι να φτάσει στη πλάτη και ν’αρχίσει να τη ξυνει μόνη. Να πιάσει τη πατούσα να τη φέρει στο μέτωπο. Να κάνει τον σταυρό της. Να πει αμήν παναγιά μου. Να ξεράσει στην άσφαλτο. Να τριψει τα μάτια μέχρι να κλάψει. Να πιάσει τους πλανητες να τους πλακώσει, να βρει επιτέλους την άκρη τους. Την γαμημένη την άκρη του. Να βρει μια άκρη να μην είναι πια μόνη. Εγώ πότε θα κλάψω γαμω τον Χριστό μου;  

Πάει στον διακόπτη. Τεντώνεται σβήνει την Ακρόπολη. Ανήκει στην δεύτερη κατηγορία.

Απόψε φεύγω σ’αποφεύγω.